παλικαριά

формы словаβ
παλικαριά
1. смелость, удаль
2. молодцы (юноши)


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παλικαριά? —


λιθοτριψίαεφταπάρθενος χορόςξύωαιάντειοςχαρτέμποροςάθεοςλιθοβολώτυλίζωπαραφορτώνομαικομμωτικόςΓαλαξίαςβενζόηΚεραμείςκοσμητικόςψευταρούπερίγελοςμαγκατζήςαριθμομάντηςγκαγκαβιάπεριφράσσωντουζένι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit