δανειοδότης

формы словаβ
δανειοδότης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δανειοδότης? —


μενετόςπρωτεργάτηςσυμβουλεύωυγραντικόςλαϊκάντζαασχημάνθρωποςλογικήαγωγιμότηταπρωτινόςχουχούλιασμαμπουζουκομάναροζιάρικοςαποσταθεροποίησηιατρικόςκοινόχρηστοςρυμοτομικόςαποπαστρεύωνωθρότητααμνηστεύωνεκρολάτρηςηλεκτρίζω
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit