δανειοληπτικός

формы словаβ
δανειοληπτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δανειοληπτικός? —


ξεσκουντάωάψογαλεβέντικοςβιβλιεκδότιςανυπερνίκητοςορνιθοτροφείοστραβοκαταπίνωανάρρησηπαραξηγώαποσαπίζωαλίπαντοςγλωσσίδαπολυτίμωςαυτοακρωτηριάζομαιτροχαϊκόςεγχέωΑμερικάνοςαετός ομυλόπετραδωδεκάμηνουαλουργία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit