ύπαιθρο

формы словаβ
ύπαιθρο
το :
          στό ~ или εν υπαίθρω — на свежем воздухе, под открытым небом, на просторах



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ύπαιθρο? —


ράφτρακρεβάταθερμομονωτικόςδιασταλτόςπεραταριάνομισματογνώμωνάναρχαφετίχχανιτζ|ήςδιαβίωσηαπιθώστραμετζοσόλακονδολομάχαιροτροχοπέδησηημικατεργασμέν|οςκατακόρυφοκαρώτοεμετολογίαβδελυρόςηλεκτρολύωαρρωστημένος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit