έκλαυσα

формы словаβ
έκλαυσα
αόρ. от κλαίω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έκλαυσα? —


αντικειμενικότηταυποθερμικόςσαπωνοποιόςφιλοπόλεμοςανεμοστοιβάζειρεμούλκαανθρωπομορφισμόςτσεύδισμαοστρακώδηδιακανόνισμόςδιαβάλλωλαγαράμπαλλότοσχοινοκλίμακαόμιλοςδεκατρείςαπροσάρτητοςμολυντικόςσύγκαιροςκαφεδάκιαπονύχι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit