διακελεύω

формы словаβ
διακελεύω
:
          ως ο νόμος ~εται — [phrase]как предписывает закон[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακελεύω? —


αλοπήγιονχοιράδωσηγλυκαναπαύομαιελαιόλαδοδιαμαχόμενοιβαθύδενδροςαξύπνηγοςεπισκευαστικόςανεπίπλωτοςνευρικότηταπρόσφυσηεμπυρέαςαρχιμαγείρισσαανελευθερίατραπεζομάντηλοπολιορκητικήφιλόθεοςζουρλαμάραγρύλλωμαγειτνιάζωζωοτεχνία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit