διαβατήριος

формы словаβ
διαβατήριος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαβατήριος? —


καθέκλααφωτογραφιστόςκοτούλαγαϊτανοφρυδούσααπλοχέρηςχάσηξυλογνωσίασεμνοπρεπήςματαιώνωαυτοβιογραφίαεπιπεδομετρίαθνησιγενήςευφωνίααποκαταριάμετακομίζωτζογάρωσιτίαβούλιτοξεβάφωαποκτήνωσησυλλογίζομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit