προφανώς

формы словаβ
προφανώς
очевидно;
          η συνάντηση θά γίνει ~ τό καλοκαίρι — [phrase]встреча состоится, очевидно, летом[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово очевидно? — προφανώς
как с (ново)греческого переводится слово προφανώς? — очевидно


νεόφερτοςκατάργησηαλειμματοδόχηαντανάκλασηθησαυριστήςφθειρίζομαιακόνευτοςκομιτάτοημιονηλάτηςκαρδιολόγοςναρκοσυλλέκτιςδιοργονωτικόςαποστρατιωτικοποιώοστεοαρθρίτιδαβράχοςψωνίζωπαγοκολώναλησταντάρτηςμάργαξεκούτιασμαμπαγιονέττα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit