οινόμετρο

формы словаβ
οινόμετρο
το спиртометр, спиртомер (для вин)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спиртометр? — οινόμετρο
как на (ново)греческом будет слово спиртомер? — οινόμετρο
как с (ново)греческого переводится слово οινόμετρο? — спиртометр, спиртомер


ηλιθιότητααδιαποίκιλτοςμετάλλιοαχερώνωμεγαλήτεροςαναγουλιασμένοςμπολερόευωδιαστόςσεισμογόνοςσεριφικόςθροφήανηλικότηταλαύρααλληλοσπαράζομαιπουδράρισμαξιδερόςφουντώνωαποθανατίζωόμικρονυποκειμενικότηταχωροφύλακας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit