τρόμπα

формы словаβ
τρόμπα
η насос;

===
          τό ρίχνει μέ τήν ~ — [phrase]льёт как из ведра[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово насос? — τρόμπα
как с (ново)греческого переводится слово τρόμπα? — насос


δικηγορώριζόγαλοαγγειακόςαρχαιότητακρεατίλαανατάραξηκαΐκιαποκένωμαανεκζήτητοςμεσοσπονδύλιοςστατέραμουλάρωμαεόρτιοςαπειροπλασίωςπερίγραπτοςβιοαποικοδομήσιμοςπιτσιλώυπνηλίατυφλωμένοςπτυοσκαπάνηα-




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit