ξεμοναχιασμέν|ος

формы словаβ
ξεμοναχιασμέν|ος
одинокий;
          ~ο δέντρο — одинокое дерево



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово одинокий? — ξεμοναχιασμένος
как с (ново)греческого переводится слово ξεμοναχιασμένος? — одинокий


πετσετούλαδιάγγιούροςκαβαλώσβάστικήσφυρηλατώαραποσίταροδιαποτίζομαιανδραγάθημακαρδιογραφίαμπρατίμικορόϊδεμασυμπέρασμαπροσφυγικόςεκμεταλλεύσιμοςπρόσεδροςντοματομπελτέςσχοινοβασίααυτοκίνησηολόκοντακαλαμπουρτζής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit