διάλυμα

формы словаβ
διάλυμα
το раствор;
          υδαρές (πυκνό) ~ — жидкий (густой) раствор;
          κεκορεσμένο ~ — насыщенный раствор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово раствор? — διάλυμα
как с (ново)греческого переводится слово διάλυμα? — раствор


διεθνικόςδιαθλώχειραγωγώαυτοκράτειραμονόφυλλοςαντισπαθισμόςτσινιάρηςπερόνιασμακλαπαρχίδηςενθρονισμόςαυτοπαρηγορούμαισκαρίζωστοματούεπιχέωκουτσουμπόςετοιμόγεννηδιεκπνοήγεροντοπαλίκαροεύλογοςγροθοκοπώταννίνη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit