γυναίκειος

формы словаβ
γυναίκειος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γυναίκειος? —


εξαγωγήέφοροςφωνόμετροεμπλακείςπροθέτωπροϋποθέτωΜεξικάνήανεγκαινίαστοςπολυκοσμίααρχοντομίλητοςαυξημένοςβιβλιοπώλισσαρίςκογχάριοηλεκτρομηχανήκηρομπογιάλαχανιαστόςσταξιάχελωνίσιοςελαιοπώληςλιανοπουλητής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit