ανοικτο-

формы словаβ
ανοικτο-
см. ανοιχτο -



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово -? — ανοικτο-
как с (ново)греческого переводится слово ανοικτο-? — -


λιγοήμεροςασφαλίζωπαγώνιαργκιλέςπαραμάγειροςλαγκεμένοςαφουγκριέμαιχωρίστραχαλκούργίαελαφριέςεκρύβηνομογνωμονώεκκύβευσηασήκισσαναυπηγίαφυλαγμένοςανθοκλώνιμπαμπαδάκιμάντιςπροϋπηρετώξεζουμίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit