ουκρανικά

формы словаβ
ουκρανικά
украинка


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ουκρανικά? —


νανοκέφαλοςεμπυρευμάτισηασούφρωτοςσκωροφάγωμαδιακεκριμένωςπροέλληναςφεγγαρόλουστοςσουρουπώνεικατερειπώνωπαραξηλώνoμαιμίναμανδήλιονφιλόθηροςδανειοληπτικόςπισωδρόμισμαγείσωμαμελοδραματισμόςαμιλλώμαιανειδοποίητααποκρούωπαράλοφος
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit