ονομαστική

формы словаβ
ονομαστική
η грам. :
          ~ (πτώση) — именительный падёж



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ονομαστική? —


ελληνοπούλαδιαστρέφωβιδάνιοθαλερόςμεταμερήςυπομίσθωσηκοπροσκυλώαλμπατροςαστεράκιβλάχικαπαιδόπουλοσιτηρέσιοκακοπαντρεύομαιυψομετρικάαγνωστικιστικόςψιμυθιώνομαισυλλαβικόςδιακοπτικόςσυνοφρύωσιςαραγόςαυγωτός
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit