βροντοκόπημα

формы словаβ
βροντοκόπημα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βροντοκόπημα? —


οχτακοσιοστόςτόξευμααζύγιστοςαπεικόνισημπουζουκίσταςκαλλωπισμόςάραθαδεκαεφτάχρονοςεξαγορασμόςκρεββατώνομαινηστικόςπροανάκρισηδολερόςαποικοδόμησησαρκοβόροςυαλόπλινθοςομόσπονδοςπροστάσσωβαλανιδιάαυτοτιτλοφορούμαικλεμμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit