καλτσώνω

формы словаβ
καλτσώνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καλτσώνω? —


οδοποιητικόςμορταδέλλαχτίστηςμαγκλαράςβγαίνωιονισμόςμουσουργόςανταπόδειξηωκύπτεροςγοργοποδίζωξεδόντιασμααετόςεκτροχιασμόςλαοκατάρατοςσύθεμααφροπαράγαδοΑργεντινέζοςαργυροποίκιλτοςσύρ'τα-φέρ'ταλουτρόεπιτηδευματίας





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit