βαλλιστικός

формы словаβ
βαλλιστικός
I :
          βαλλιστικόν άσμα — баллада



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βαλλιστικός? —


γυναικάδελφηαγκωνωτόςραδιοτηλέφωνομαυρολάχανομεσόστρατοτουλάχιστονξεσυννεφιάζωυπακούωανεξέλικτοςπροσδεκτόςομαλόςεξαγριωτνκόςδίπορτοςανάψυξηΈλληνμετακινώψυχροθεραπείαφρυδούδελτάριοξομολογώσταχτιάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit