λιθογνώμωνας

формы словаβ
λιθογνώμωνας
(-όνος) ο, η знаток драгоценных камней



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово знаток драгоценных камней? — λιθογνώμωνας
как с (ново)греческого переводится слово λιθογνώμωνας? — знаток драгоценных камней


ξεροβούνιπιάνοαλκάλωσιςπαραφέρνομαιπλατσομύτηςπυρόλιθοςμοτοποδήλατοασυγχωρεσιάμπαρμπούτιπορνεύομαιπλευριτώνομαιάτσουχτοςαναπόσπαστοςκαρδάμωμααναδρομάρισσαμεγαλοπιάνομαιυποβορειοανατολικόςγυψοπλάστριααλογοδότητοςπωλήτριαουτοπίστρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit