κουτάλι

формы словаβ
κουτάλι
το ложка;

===
          τού κρεμάσανε τά ~α — [phrase]он опоздал к обеду[/phrase];
          εφαγε τά γράμματα με τό κουτάλι — [phrase]он очень образованный человек[/phrase];
          έφαγε τό κουτόχορτο μέ τό ~ — [phrase]он совсем одурел, он белены объелся[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово ложка? — κουτάλι
как с (ново)греческого переводится слово κουτάλι? — ложка


κυλινδρόμυλοςοφειλήοφικιάλιοςκόπτωξέσπασμαεγκληματολογικόςιδιολατρείαευθυγράμμησηχαφιέςατελώνιστααπονωρίςπαλιόστομαδελτιογράφοςιδεαλισμόςαναλώσιμοςγροικάωέμβασμαπενταπλασιασμόςαμασχάληκακόπραχτοςαπούλητος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit