λερώνομαι

формы словаβ
λερώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λερώνομαι? —


διζωνικόςπλυντήριοάδαρτοςανάσχολοςμακαριότητασκάμμασακχαροδιαβήτηςκουρουμπλιάλουλακιάζωαυτοφυώςκαμώνομαιασφαλίζωασύρματαοξογόνοστάνταρταμελήςαπόθεμαιδιοχρησίαμαλακοκαύληςκόκκινοςψιττακίαση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit