νομιναλίστρια

формы словаβ
νομιναλίστρια
η филос. номиналистка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово номиналистка? — νομιναλίστρια
как с (ново)греческого переводится слово νομιναλίστρια? — номиналистка


απίσσωτοςχηρευάμενηκοντοκλότσηςαλλόφωτοςγλωσσάρικοαντασφάλειαξεφάχνισμααστήριχτοςξεγυμνωμένοςγήραςδεκαεφτάπολλαπλάσιοπορφυρόφιλόκαλοςανακαθάρισμαυδρίαφτεροδέρνομαιασκίαστοςανοσφρησίασόλφεζλαιμοδέτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit