ενούρηση

формы словаβ
ενούρηση
(-εως) η мед. энурез (ночное недержание мочи)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово энурез? — ενούρηση
как с (ново)греческого переводится слово ενούρηση? — энурез


σιταράςαψινβέλαιονεπταμερήςαγκωνήκοσμηματοπώληςημιέκτασηυπαρχηγόςορνιθοπωλείοκοιλαράστάσιμοπροεδρείοστραταρίζωμηχανικισμόςπιανίσταεμφύσημαμακρομύτηςθεριστήριταυτότηταμακροημερεύωστραταρχικόςπερίληψη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit