καπιταλισμός

формы словаβ
καπιταλισμός
ο капитализм;
          κρατικός (μονοπωλιακός) ~ — государственный (монополистический) капитализм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово капитализм? — καπιταλισμός
как с (ново)греческого переводится слово καπιταλισμός? — капитализм


φάτνηπρόρρησηξηρόφυταφόμπκακόβολοςαμούργαυδροθεραπευτικόςζήτααφιλοξένητοςοστεομυελίτιδααγόρευσηφωναχτόςβυζαστάρικοχρηστότηταπαρήλιονκαζάντισμασχετλιασμόςαμακινάριστοςαστροποίκιλτοςουρανύςαμφίχειρας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit