ρεαλισμός

формы словаβ
ρεαλισμός
ο реализм;
          σοσιαλιστικός ~ — социалистический реализм;
          η σχολή τού ~ού στήν τέχνη — реалистическое направление в искусстве;
          εκδηλώνω (или δείχνω) ~ό — проявлять реализм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово реализм? — ρεαλισμός
как с (ново)греческого переводится слово ρεαλισμός? — реализм


άπρακτοςποσάκιςαρτίδιονεγρηγόρησηηλεκτραργόληβρωμίζωαρνοκάτσικανησίδιοναγήραστοςφαρμακοποιόςπροφασίζομαιτσακίδιαεπανακαλώιθαγένειαχαλικοστρώνωφαλιρημένοςανενεργοποιώαναδιαπαιδαγώγησηαθόρυβααδενίτιςσκαμπανέβασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit