σχεδιοποιημέν|ος

формы словаβ
σχεδιοποιημέν|ος
запланированный;
          ~η οικονομία — плановое хозяйство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово запланированный? — σχεδιοποιημένος
как с (ново)греческого переводится слово σχεδιοποιημένος? — запланированный


εξευγένισημούχτισκύλαξβαλίτσαούρδαφωνακλάςεικοσόφραγκοφουχτιάζωαπλάνιστοςοροθετικότηταπταρμογόνοςρόϊδιομοιοπάθειαγεωλογικόςγιαίνωσίδηροςτριφασικόςδορυφορικόςκρίσηπερπατησιάτσύνουρο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit