μονοπατάκι

формы словаβ
μονοπατάκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μονοπατάκι? —


δεκάωροςσυγχροφασοτρόνιογαλακτοκομείοαντιμεθυστικόςίδιονστόμαπροσνήωσηβάτεμασκάρφησθένοςξελογιάζωψυχομαραίνωζεύξιμοαγιόρταστοςεκπλειστηριάζωβάφτισηλαδομπογιάτισμααντεπεξέρχομαιφλώροςακτινενέργειαεκσπερματίζω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit