απομαραίνω

формы словаβ
απομαραίνω
(αόρ. απομάρανα и απεμάρανον, παθ. αόρ. απομαράθηκα) прям., перен. иссушать;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово иссушать? — απομαραίνω
как с (ново)греческого переводится слово απομαραίνω? — иссушать


εξοφλητέοςανασκολοπισμόςανατάραξηεικονολατρείααντεπιστημονικόγκριζάρωοξύμαχοςψοφολογώδασερόςηλιακωτόεμπύρευσιςκωμωδίαενδέκκρισηγλυκονεραντζιάμεγαλοπιάνομαιεγχύμωσηθαλασσοκράτοραςισοτελήςψοφάωκαθεκλοποιίακλιμακτήριος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit