πολεοδομούμαι

формы словаβ
πολεοδομούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πολεοδομούμαι? —


λογιάζομαιτεράστιοςάϊντεμονοπωλιακόςκατεβασμένοςβουβαμόςανεχιάμπομπάρδαγέμαστυπειοθλίπτηςτριπλάσιοςκαθαιρώπεθεράΙαπετόςκαινοθήραςεκείσετσουτσέκιπολύπλοκοςαντέφεσημαχαίριταχυμάθεια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit