περιστέρα

формы словаβ
περιστέρα
η прям., перен. голубка;

===
          υποκρίνεται (или παριστάνει) τήν αθώαν ~άν — прикидываться невинным



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово голубка? — περιστέρα
как с (ново)греческого переводится слово περιστέρα? — голубка


εγωκεντρικόςψευδεπιστήμοναςπαγοπέδιλααποπαίδιπτυχιούχοςαναβιωτικόςλίγοςκαραγκιόζαινασυμπώαπεκείθεπαράνομαεμπύρετοςαποκατιανόςάδοτοςλαγαράπληχτικόςΑστυάναξπαραμάνασιρόςπαρασκεύασηπρωτοβουλιακός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit