αυτοκριτικάρομαι

формы словаβ
αυτοκριτικάρομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αυτοκριτικάρομαι? —


πλημμύρισμασιγανοπόταμοδεσμώτιςεφορείοπαθαίνομαιημιόλιοςβραδύδροσάκατασπάζωπολύπλευροπαραβάλλωπομάδαλαπάςξαπλάρωαεροδείκτηςεξοβέλισηάποροςλοκόφωςδίχωςγεμάτατρομερός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit