ανεμοδέρνω

формы словаβ
ανεμοδέρνω
(αόρ. ανεμόδειρα) мучить, истязать;
          τόν ~ει η φτώχεια — его замучила нищета;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мучить? — ανεμοδέρνω
как на (ново)греческом будет слово истязать? — ανεμοδέρνω
как с (ново)греческого переводится слово ανεμοδέρνω? — мучить, истязать


ξενύχτιδεσποτικόαλιγόστευτοςαντέφεσηδημοτικόαπογιομίζωαεριστήριοςσεμνοπρέπειααμινοξέαμπάγκαπτηνοπωλείοοδοντικόςυποβολείοζυγόλουροενηλικίωσηacajouομήγυρηποταμολίμνησπλαχνικόςβαμβακοσυλλέκτηςσυμφερτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit