καρκινώδης

формы словаβ
καρκινώδης
раковый;
          ~ όγκος — раковая опухоль



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово раковый? — καρκινώδης
как с (ново)греческого переводится слово καρκινώδης? — раковый


ζωγραφίζωλάσιοςολιγοέξοδοςαποστερητικόςζευγαροχαλάστρααντισυνταγματικώςαιματώδηςμαγώτοςακαπλάντιστοςμποξέρανίπταμαιγεωπόνοςκακοστομίαβιβλιστήςσφυγμογράφημασανιδοπάσσαλοςμεταλλόκραμαξεσελλώνωκαλοφτιασμένοςχαμπάριτίγκι-τάγκας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit