αλληλοδιαδοχή

формы словаβ
αλληλοδιαδοχή
η чередование;
          ~ δύο αστικών κομμάτων στήν εξουσία — чередование у власти двух буржуазных партий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово чередование? — αλληλοδιαδοχή
как с (ново)греческого переводится слово αλληλοδιαδοχή? — чередование


αντίσκομμααμαξάκιμυλεργάτηςκροκόςΘεόδωροςγηράσκωγκάζιδασοφυλακείοεπιθέτωσπάλαφαφλατάδικ|οςτραγήματααλατοφύλακαςεκνευριστικόςστερεοτυπίατυφώδηςκεχρίυποβρύχιοχλόασμαχατιρικόςπαράνομα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit