Публикации

πραξικόπημα, το
1) государственный переворот;
2) самовольный, произвольный акт (чаще внезапный)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πραξικόπημα πραξικοπήματα
γενική πραξικοπήματος πραξικοπημάτων
αιτιατική πραξικόπημα πραξικοπήματα
κλητική πραξικόπημα πραξικοπήματα


переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit