Новогреческий словарь





Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω
категории словаря: фрукты занятие, профессия

ο / 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69

οβελιστήριο


οβελίζομαι


όγδοο


οδηγικός
водительский

οδοποιητικός


οδηγούμαι


όδευσις


οδικώς


οδόστρωση


οδυνηρά


όζαινα


οιδηματικός


οίκηση


οικίδιο


οίκοι


οικοκυρικά


οικολογικός


οικολόγοι


οικολόγος


οικοπεδάκι


οικοπεδοποίηση


οικογενές


οικοδίαιτος


οικότοπος


οικίζω


οικώ


οἰκίσκος





латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,