σπετσιέρης

формы словаβ
σπετσιέρης
ο уст. аптекарь



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово аптекарь? — σπετσιέρης
как с (ново)греческого переводится слово σπετσιέρης? — аптекарь


απαρίθμησηαναμνηάζωπροπλάθωτρωγαλίζωτρυφώοπισθοφύλακαςφωνοσπασμίαεμπορεύσιμοναλανιάραακόνημασυναγωνίστριαβαμβακέλαιοαθώοςαναψυχώνωανεπίσακτοςστρωματιάψυχοκοινωνιολογίαπροφυλαγμένοςαπευθύνωροδωνιάσυμπλεκτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit