Новогреческий словарь
ηττοπαθής
ηττοπαθ|ής
1.
пораженческий
;
~είς διαδόσεις — панические слухи
;
2. (ό, η)
пораженец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пораженческий
? —
ηττοπαθής
как на
(ново)греческом
будет слово
пораженец
? —
ηττοπαθής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηττοπαθής
? — пораженческий, пораженец
#
(ново)греческий словарь
—
σπουδαιοφανής
—
ικανότητα
—
διαμαντοκάμωτος
—
ερωτοδουλειά
—
εμβόλαιον
—
ανομοιότητα
—
ανέγγιχτος
—
αντικρυστής
—
τράτα
—
πολιτικολογία
—
συμβία
—
συσσωρεύω
—
ακατάβλητος
—
ετμήθην
—
τσιγαριλίκι
—
γλαρώνω
—
δικτυωτό
—
μπαταξηλίκι
—
ευμενής
—
εριούχος
—
αδέσμευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,