ενέταμον

формы словаβ
ενέταμον
αόρ. от εντέμνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενέταμον? —


περίπτυξιςδεδικασμένοςπροσπελάζωπινακηδόνεκλεκτήμέλλονταςσηρικόπαραλογητόεμπρεσσιονίστριαφυλακτόνπυελοτομίαμεσομακροπρόθεσμοςαρχάνθρωποςτουρμπίνατσιφούτισσααναύξητοςυπογονιμότηταδιατύπωσηαλεξήλιονολιγοπώλιολήσταρχίνα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit