μητρομαν|ής

формы словаβ
μητρομαν|ής
η нимфоманка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово нимфоманка? — μητρομανής
как с (ново)греческого переводится слово μητρομανής? — нимфоманка


ξεκούτιαμαδιαφήμισηψευτοζωήκαρντάσηςριπάςανεπιτήρητοςπροϊστορικόςαλκοόλαγριάνθρωποςλιπιάεπιπολασμόςταυτόφωνοςανατομικάαντεγκαλώιχνηλασίαεξαΰλωσημικροθυμίαδικαιωματικόςαποτρύγιραφανίδαλουλουδικό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit