χειμερινός

формы словаβ
χειμερινός
зимний;
          ~ερινόν ψύχος — зимний холод;
          ~ερινά ενδύματα — зимняя одежда, зимнее платье;
          ~ερινή (или ~ερία) νάρκη — зимняя спячка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово зимний? — χειμερινός
как с (ново)греческого переводится слово χειμερινός? — зимний


νεκροφιλικάχαλουμόσουπαυαλικάενδοστρεφήςλαγάζωαυτεπιστασίαχώροςαρτοποιόςοδοντωτόςκολποκήληομοθυμαδόνευνομούμαιεπιγονάτιοακοφίνιαστοςαφοδεύωαποστεούμαιυδροδυναμικάκοκαλιάζωαμπελοκομίακαταλογιστέοςσμάλτωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit