Новогреческий словарь
προσλαμβάνομαι
προσλαμβάνομαι
1)
быть назначенным
(на место);
быть зачисленным
(на работу);
2) :
~ουσαι παραστάσεις — психол. представления
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быть назначенным
? —
προσλαμβάνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
быть зачисленным
? —
προσλαμβάνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσλαμβάνομαι
? — быть назначенным, быть зачисленным
#
(ново)греческий словарь
—
μπαμπόγρια
—
αμφικτίονες
—
ερημοδικία
—
υποχωρητικός
—
υδροπλάνο
—
φελί
—
ρωδιά
—
αλαλούκης
—
απολυμαντικό
—
ιλαροτραγωδία
—
ανεμούρα
—
σκαπανέας
—
λινοσέντονο
—
εσχαρώδης
—
απονήρευτος
—
προορίζομαι
—
λαρυγγοπληγία
—
παραξενεύω
—
παρένθετος
—
αποζώνω
—
υπόθετο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,