κατάπλωρ|ος

формы словаβ
κατάπλωρ|ος
мор. носовой (о ветре)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово носовой? — κατάπλωρος
как с (ново)греческого переводится слово κατάπλωρος? — носовой


προέκτασηαμάργαροςανακαίνισηδιπλωματίακοτσιδάκιφράγμαμιλιταριστήςκατασκεπαστόςεξέταστραμόρικοςαστεριασμένοςκολοκυθόσποροσύσφιξηουρανόπλαστοςφεγγαριάτικοςτουρκοτέκοσχεδιογράφοςμεσσιανικόςπολυθεσίτηςλουστικάκαλοπληρωτής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit