αυτομουντζώνομαι

формы словаβ
αυτομουντζώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αυτομουντζώνομαι? —


αναποφάσιστονμπαμπόγεροςξεροπήγαδοκεκλημένοςαποψιλώνωρημοκκλήσισίφουναςιδανικότηταλατρείααφτέρωτοςσουβλίζωκαντηλήθραεποχέτευσιςκρουσιφλεγήςαφοπλισμόςοσφρητικότητααλληλεξαρτώμαιτοιχίζωεπαμφοτερίζωνκατσούφιασμακροτάφι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit