Новогреческий словарь
άλτο
άλτο
το
альт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
альт
? —
άλτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
άλτο
? — альт
#
(ново)греческий словарь
—
ξεχερσώνω
—
μίκι-μάους
—
αποφαλάκρωση
—
παραθέτω
—
ανόργιστος
—
ανθρακασβέστιον
—
αυτοπαρατηρία
—
νεοπαγανίστρια
—
αγχιστεία
—
ρεμπέτικος
—
μάξιμουμ
—
γελάκι
—
αυτοπειθαρχούμαι
—
μασκάρω
—
αρχίνισμα
—
εισπράττω
—
εμπιστευτικά
—
ανακύκλισμα
—
αποστόμωση
—
δουλοκτήτης
—
λαφυραγωγώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,