μάμμ|ος

формы словаβ
μάμμ|ος
ο акушер



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово акушер? — μάμμος
как с (ново)греческого переводится слово μάμμος? — акушер


καλοπέρασηαπόρρητοκουτσομεσιάζομαιαπατεώνισσαδείξηζητιάνοςφιλικάρημάζωδιευκόλυνσηπαρθενωπόςπυροφάνιστρεψαυχενίαστειροβότανοκαυστήραςπαλαιοβιβλιοπωλείοσιτοκαλλιεργητήςραβδοσκοπίαεπιμερισμόςγαλαρίαπαρόρμησηθεσμοδοτώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit