Новогреческий словарь
αμματίζω
αμματίζω
надставлять, удлинять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
надставлять
? —
αμματίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
удлинять
? —
αμματίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμματίζω
? — надставлять, удлинять
#
(ново)греческий словарь
—
σιδεροκέφαλος
—
παρενοχλώ
—
καταδίκη
—
φιλεοσπλαγχνία
—
ξελεπίζω
—
αψυχοπόνετος
—
λείαντρον
—
γινόμενος
—
διαλεκτής
—
αποστρατιωτικοποιώ
—
ασυγχρονισμός
—
λιγνεύω
—
απροσμέτρητος
—
ταριχεία
—
πάχυνση
—
πώς
—
γρανίτα
—
ευθειοποιώ
—
απετάλωτος
—
ίρις
—
τετράπλευρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,