διέξοδ|ος

формы словаβ
διέξοδ|ος
η прям., перен. выход;
          δάσος άνευ διεξόδου — непроходимый лес;
          δίδω ~ο στό αίσθημα — дать выход чувству;
          άλλη ~ δέν υπάρχει — [phrase]другого выхода нет[/phrase];
          ουδεμία ~ ευρίσκεται εκ... — [phrase]нет никакого выхода из...[/phrase];

===
          ~ εμπορική — экспорт



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово выход? — διέξοδος
как с (ново)греческого переводится слово διέξοδος? — выход


δύσμορφοςγλείμμαερωτιάρηςερανικόςτουρλώνωέμπηξιςεύτηκτοςαλκοολόμετροξεραίνομαιβροχοφόροςποδοκρουσίαυδατόστρωμααμμόχωστοςεναντιογνωμίαπλειότεροςάσεμνοςδασοτόπιδιαλέγομαιελατόςαξιοπαρατήρητοςπαραπίπτω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit