Новогреческий словарь
σίαλος
σίαλ|ος
ο 1)
слюна
;
2)
плот; паром
;
τρέχουν τά ~α του — [phrase]у него слюнки текут[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слюна
? —
σίαλος
как на
(ново)греческом
будет слово
плот
? —
σίαλος
как на
(ново)греческом
будет слово
паром
? —
σίαλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σίαλος
? — слюна, плот, паром
#
(ново)греческий словарь
—
αθεΐα
—
σακατεμένος
—
αερογάμης
—
ηλεκτροσταθμός
—
χρονοφωτογραφώ
—
εισήγαγα
—
εγκλιτικό
—
κολοτούμπα
—
τιτανικός
—
θεόσταλτος
—
τάδε
—
φάσιμο
—
συνδιαλλασσόμενος
—
ανεξαιρέτως
—
σφόλιαρος
—
σκωληκοτρόφος
—
κομματίδιο
—
συμβουλή
—
εγκεφαλισμός
—
έθεσα
—
αυτουδά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,